Μάνα


Σφιχτά κρατιέμαι απ’ τις προσφωνήσεις
να μη γλιστρήσω στων δακρύων την ακράτεια
γιατί κλειδώνονται ολοένα οι δρόμοι
από των χρόνων τα βαθιά τα χάσματα.

Να μη μ’ αφήσεις χαμογέλιο μου.
Μη γκρεμιστώ σε άδεια αγκαλιά το σούρουπο.
Σε βλέμματα μεσάνυχτα μην βυθιστώ.

Όταν ο κήπος μέσα θα φυλλορροεί
κι οι ψίθυροι της νύχτας δεν θα είναι γέλιο
σαν θα καρφώνονται αγκάθια στα ματόκλαδα
κι ο ήλιος δεν θ’ ακούει τη φωνή μου
όταν στο σώμα θα φορώ πέτρες βαριές
και το οξυγόνο θα κλειστεί σε ασημένιους όλμους
να μη μ’ αφήσεις χαμογέλιο μου.

Να μην ξεχνάς να με φωνάζεις μάνα!

 ''Χρώμα Αύριο''







Ευχές




Τούτη την έγκλειστη Λαμπρή,
ας συντονιστούμε,
στη συχνότητα
κάθε καρδιάς που αγαπάμε
κι ας μη μπορούμε ν' αγγίξουμε τον χτύπο της.
Στη συχνότητα ενός χαμόγελου που άνθισε στην καλημέρα μας
έστω κι από μακριά.
Να στείλουμε μια αγκαλιά
που θ' ανοίγει διάπλατα στη φωνή μας
και μιαν ευχή
για όσες ψυχές σηκώνουν τον σταυρό των πληγών.
Η Ανάσταση μας περιμένει να την ψάξουμε
εκεί που πραγματικά υπάρχει...
Δεύτε δώσατε Φως!

                                             https://youtu.be/BX3Ztxtm6F4

                       ΚΑΛΗ  ΛΑΜΠΡΗ! 
         

Του Λαζάρου


     Με το φιογκάκι στα μαλλιά και το καλάθι στολισμένο μαργαρίτες, περασμένο στο ‘να χέρι. Στο άλλο της Γιούλης η παλάμη, για την παρέα στις γειτονιές και στα στενά σοκάκια.
    Άκουγες τότες κοριτσίστικες φωνές να τραγουδούν και να ενώνονται όπως οι ευωδιές από την πασχαλιά και την αγράμπελη.
     ''Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια, ήρθε η Κυριακή που τρων τα
      ψάρια.
     -Πού ‘σουν Λάζαρε και δε φαινόσουν;
    -Ήμουνα στη γη βαθιά κρυμμένος και με τους νεκρούς αναπαμένος.
    -Δώστε μου λίγο νεράκι να γλυκάνω το φαρμάκι, της καρδίας, των
     και μη με ρωτάτε πλέον.''
    Οι πόρτες άνοιγαν και οι νοικοκυρές φιλεύανε αυγά, καρύδια και κάποτε μικρά ασημένια κέρματα.
    Στων καλαθιών το αντάμωμα, γινόταν ένας χαριτωμένος πόλεμος, για το πιο όμορφο και πολυστολισμένο.
    Στο σπίτι άχνιζε της μάνας το χαμόγελο και το κεφαλοδέσι.
   Όταν σώπαινε το τραγούδι, άρχιζαν πάλι στις αλάνες, οι δυνατές φωνές, οι νικητήριες και του εσπερινού μετά οι βυζαντινές, που μοσκοβόλαγαν λιβάνι!

 ''ΤΟ ΚΥΡΙΩΣ ΣΩΜΑ''














Έγκλειστος χρόνος


     Έλεγε κάποτε ο ποιητής ''Εμείς που δεν μας άγγιξε η φωτιά και της κραυγής το άγριο βόλι.''
     Και να που ξαφνικά ξημέρωσε, πώς είναι να μην ονειρεύεσαι, να φυλακίζεται η ανάσα, η ψυχή, το αύριο. Να βλέπεις ξαφνικά πως τίποτα δεν είναι δεδομένο και πως στην πόρτα σου περνά μαύρος αγέρας.
     Και φεύγεις μακριά και διώχνεις λέξεις, αγκαλιές, ανθρώπους λατρεμένους, για κείνους για σένα,  τον διπλανό. Δεν έχεις πού να πας. Έγινες άστεγος μέσα στο σπίτι και κάνεις σχέδια μοναξιάς για να νικήσεις το θεριό του φόβου.
     Εκεί που πριν, μακριά πολύ μακριά, ήτανε μόνο τα παιδιά που ακατάσχετα  κεντούν αδιάκοπα τη γη πεθαίνοντας ή εκείνοι που σέρνονται διωγμένοι απ' τον πόλεμο μέσα σ' ερείπια και φωτιά, πείνα και ικετήριες φωνές μπροστά σε ανελέητα μάτια...
    Τώρα ακόμα και οι τοίχοι που φωλιάζεις είναι αχυρένιοι. Οι μάσκες, τα σκευάσματα, τα αντισηπτικά, στοιχειώνουνε τις μέρες. Στο έλεος καινούργιων αισθημάτων που γδέρνουν την καρδιά με τα φριχτά τους νύχια.
    Αύριο; Ποιος ξέρει τι χρώμα θα φοράει το αύριο...
    Κάθε φορά, στην άκρη μιας Γκουέρνικα, μια λέξη ζωντανή θέλει να περπατήσει και να βγει στο φως.
    Ο νους εφημερεύει στην σε ό, τι θα κρατήσει όρθια τη ζωή.
    ''Κόψε μια φέτα προσευχή για τις στιγμές τις σταυρωμένες.
    Γράψε χίλιες φορές τη λέξη ελπίδα για να ξορκίσεις το κακό.
    Αγρύπνα. Μην κοιμηθείς, μην ξεχαστείς κι αποτελειώσει ο κόσμος''

    
    Μαρία Σκουρολιάκου