Δύο ευχές απ’ την Καρδιά
για τον Καινούργιο Χρόνο.
Πάμπλουτοι να ‘στε στη Χαρά
και πάμφτωχοι στον πόνο.
 
Μαρία Σκουρολιάκου
(Χειροποίητη μαντινάδα)
 
                                                                

Το μέσα αίμα


    Βαδίζεις  δίχως αυταπάτες. Έχεις κατέβει απ’ το σύννεφο πολύ  καιρό. Τα χέρια σου χαϊδεύουνε των αστεριών τη μνήμη. Νιώθεις της γης τη μυρωδιά, γεμάτη ονόματα  που  έγραψαν το σχήμα σου. Που ταξιδεύουνε το μέσα αίμα, σε κήπους με κορομηλιές και σε παραθυρόφυλλα του χρόνου.
    Φωτιές σε χαιρετούν κι έφηβες ώρες. Οι εποχές, σου βάφουν τα μαλλιά. Χαράζουν στο κορμί σου  ενθύμια.
    Λέξεις, πληγές, αγάπες, πρόσωπα, απώλειες. Στις χούφτες σου το «δακρυόεν γελάν» σε πλοηγεί. Αλλάζουνε οι μάχες στόχους. Τα λάθη σου σοφή βροχή. Ευχές δωρίζεις και ημερώνεις  πάθη.
    Ο χρόνος φεύγει ανελέητα. Φυλλοροείς. Προσφέρεσαι του ανέμου. Οι ρίζες  τώρα  ισοκρατούν το διάβα σου.
   Με ήλιο πρεσβυωπικό βλέπεις τις μέρες, καθώς των χτύπων σου οι μουσικές θυμούνται ολάνθιστα λιβάδια. Εκρήγνυνται στις φλέβες  τρυφερά. Σου επιστρέφουνε  μεταλαβιά  ζωής  μ’ ένα φεγγάρι.
    Βαθιά σ’ άδηλο πέλαγο οι νεκροί μιλούν το γνωμικό τους.
    Ο δρόμος περιμένει όπως τον σχεδίασες.
    Στα μέτρα σου. 

''ΤΟ ΚΥΡΙΩΣ ΣΩΜΑ''  

















Δελτίο συμβάντων


   Εξιλαστήρια ποιήματα στο έλεος της σφαγής. Σε ημερήσια διάταξη μάτια χιλιάδες, έχουν φως, μια οθόνη που ξερνάει πλαστικούς μαστούς, οπίσθια και λαμπερή ηλιθιότητα.
   Κανονική υποταγή και οι μάσκες πρώτη ύλη. Ελλείμματα ψυχής κι ο φόβος καρφιτσώνει χαμόγελα Εφιαλτικά.
   Παραχαράκτες πλάι μας, κόλακες ασκεπείς που βγάζουν όμορφες φωτογραφίες και  κατά συρροή λασπώνουν την αλήθεια.
  Ξημερώνει και νυχτώνει προσφυγιά. Οι μέρες πνίγονται σε προσευχές  και ακάλυπτες ζωές βάφουνε  τον ορίζοντα. Ρούχο πολιτισμού σε βιασμένο σώμα. 
 Μια γη ποτάμι κατακόκκινο από ντροπή και αίμα.

''ΤΟ ΚΥΡΙΩΣ ΣΩΜΑ''



Ύβριν πολέμα



      Λέξεις και κραυγές, οργή που βράζει ηφαίστειο, πληγές ανοικτές και ζώνες κινδύνου, η καλημέρα εκτός σχεδίου, στο τιμόνι ο Κάιν, ο χάρτης ματωμένα τριαντάφυλλα, τα γεράκια πεινούν, χάσκουν οι πύργοι της Βαβέλ. Βαπτίζεται ελευθερία η επιβολή και τείχη ζώνες ειρήνης και ανθρωποειδή, κοίτα, πνίγουν τα παιδιά στο αίμα.
     ΄Αχ γη της επαγγελίας, μετανάστη στον ουρανό, στις ευχές των άστρων και ανάσκελα χιλιάδες μάτια. Μάτια ορθάνοιχτα, καρφωμένα στον ήλιο που σταλάζει κατακόκκινος πάνω στα λευκά δόντια του καρχαρία.
     Φόβος, τρόμος, τρόμος. Μελλοθάνατοι του παιγνιδιού, αύριο είναι η σειρά τού δικού μας χαμόγελου.
     Γι' αυτό πες ένα όχι στους Δαναούς και τούτα τα υψωμένα χέρια δέσε γροθιά, ''μη αποδειλιών'' και ''ύβριν πολέμα''!
    Ύβριν πολέμα!


''Ακάθιστος Λόγος''



















 



Οκτώβρης


Ο Διόνυσος οργώνει μεθυσμένος
τις πλαγιές.
Φτιάχνει κρασί
με μαυροδάφνη και ροδίτη
τα πόδια του Οκτώβρη στύβοντας.

Τέμπλα
με αθίβολα κληματαριάς.
Κρατήρες ερυθρόμορφοι τρυγούν
τα μάτια.

Αχειροποίητες βαφές φυλλορροούν
στη γη
κι η θάλασσα
ερημίτης του χειμώνα.
 

''ΧΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ''